Βιολογική ιατρική και χρόνιες παθήσεις

Η σύγχρονη βιολογική ιατρική διαθέτει ένα πλούσιο διαγνωστικό και θεραπευτικό οπλοστάσιο, ικανό να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε ευρύ φάσμα παθήσεων, ακόμα και πολλών σύνθετων και προβληματικών. Η διαγνωστική και θεραπευτική δυνατότητά της ενισχύεται σε υψηλό βαθμό δεδομένου ότι χρησιμοποιείται σαν βάση η ομοιοπαθητική, μια και η τελευταία προσφέρει δοκιμασμένους θεραπευτικούς νόμους και μεγάλη ευελιξία προσαρμογής του θεραπευτικού σχήματος στις ιδιαιτερότητες που παρουσιάζει μια πάθηση σε κάθε συγκεκριμένο άτομο. Έχοντας ως κεντρικό άξονα την ομοιοπαθητική, η βιολογική ιατρική μπορεί να χρησιμοποιήσει συμπληρωματικά, σύμφωνα με τις εκάστοτε ενδείξεις, την ολιστική φυτοθεραπεία, την ολιστική διατροφική ρύθμιση, την κατεύθυνση σε ένα οικολογικά σωστό τρόπο ζωής σύμφωνα με τις ανάγκες του καθενός ξεχωριστού ατόμου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο λειτουργεί ως μια ολοκληρωμένη (intergrated) ιατρική, στο δρόμο που άνοιξε ο πατέρας της ιατρικής, ο Ιπποκράτης. Τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο και ο ομοιοπαθητικός βελονισμός, που χρησιμοποιεί υποδόριες ενέσεις ομοιοπαθητικών διαλυμάτων σε συγκεκριμένα σημεία των ενεργειακών μεσημβρινών του σώματος, αλλά και η αποτοξινωτική ομοιοπαθητική (ομοτοξολογία), που έχει ιδιαίτερο προσανατολισμό στις βλάβες των ιστών και οργάνων. Με την κατάλληλη επιλογή των θεραπευτικών μέσων, επιτυγχάνεται η ρύθμιση της λειτουργικότητας των οργάνων του σώματος, του ανοσοποιητικού συστήματος, των νευροφυσιολογικών διαδικασιών, της ορμονικής και ψυχικής ισορροπίας, αλλά και η σωστή αποτοξίνωση από όλες τις βλαβερές ουσίες που μαζεύονται καθημερινά στο σώμα και το αλλοιώνουν. Γι’ αυτό η βιολογική ιατρική μπορεί να βοηθήσει σημαντικά και στην συντήρηση του οργανισμού, στην αντιμετώπιση του στρες και της χρόνιας κόπωσης, στην αναζωογόνηση και την αντιγήρανση. Παρόλο που η βιολογική ιατρική, με την πιο πάνω μορφή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε οποιαδήποτε πάθηση, εν τούτοις οι πλέον συχνές εφαρμογές της είναι σε παθήσεις ψυχοσωματικές, αλλεργικές, δερματικές, ρευματικές, ενδοκρινικές, σε βρογχικό άσθμα, χρόνιες γαστρίτιδες και κολίτιδες, σε υπέρταση, παχυσαρκία, χρόνιες κολπίτιδες, ιγμορίτιδες και προστατίτιδες. Δεν θα πρέπει να παραληφθεί να αναφερθεί ότι μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη μετεγχειρητική θεραπευτική πολλών παθήσεων και μάλιστα του καρκίνου. Επίσης, όπου υπάρχει η σχετική ένδειξη, η επιλογή μπορεί να συνδυασθεί με την κλασική θεραπευτική. Η σημαντικότερη βέβαια αιτία χρόνιων παθήσεων είναι το έντονο ή και μακροχρόνιο στρες. Οι παράγοντες οι οποίοι προκαλούν έντονο στρες στον οργανισμό είναι πολλοί, εξωγενείς και ενδογενείς. Θα μπορούσαμε να τους ξεχωρίσουμε σε φυσικούς περιβαλλοντικούς και σε νοητικούς – συγκινησιακούς. Στους πρώτους συγκαταλέγονται η μόλυνση του περιβάλλοντος (βαριά μέταλλα, διοξίνες, ραδιενεργά στοιχεία, καυσαέρια, κ.τλ.0, το κάπνισμα, οι καταχρήσεις αλκοόλ και βιομηχανοποιημένων διατροφικών προϊόντων και όλα τα σχετικά, που τόσο πλούσια προσφέρει ο λεγόμενος δυτικός τρόπος ζωής. Στη δεύτερη κατηγορία στρεσογόνων παραγόντων διακρίνουμε συγκεκριμένες συνθήκες ζωής ή ψυχικές καταστάσεις, όπως είναι οι συγκρούσεις, η καταπίεση συναισθημάτων, η απογοήτευση, η αποτυχία, φόβοι, ανασφάλεια, κοινωνική, μεταβατικές φάσεις της ζωής. Στα στρεσογόνα ερεθίσματα ο οργανισμός αντιδρά ως σύνολο, ώστε να γίνει η καλύτερη δυνατή προσαρμογή και να εξασφαλιστεί η επιβίωσή του. Η αντίδραση του οργανισμού στους στρεσογόνους παράγοντες όχι μόνον αφορά όλο τον οργανισμό ως μία ενιαία μονάδα, αλλά και έχει ένα χαρακτήρα απόλυτα εξατομικευμένο, δηλαδή το κάθε άτομο αντιδρά με ένα απόλυτα προσωπικό τρόπο, που εκφράζει τη δική του και μόνο ενεργειακή ιδιοσυγκρασία. Στις περισσότερες περιπτώσεις η κινητοποίηση των αυτορυθμιστικών μηχανισμών είναι επαρκής για να εξασφαλίσει την προσαρμογή. Όταν όμως ο στρεσογόνος παράγοντας έχει ασυνήθιστη ισχύ ή και έχει ιδιαίτερα παρατεταμένη διάρκεια, αναπτύσσεται νόσος, η οποία αρχικά κινείται σε ενεργειακό επίπεδο και γίνεται αντιληπτή μόνον με τοπικά συμπτώματα και σημεία ή με σαφή αίσθηση «δεν νιώθω καλά», χωρίς να μπορούν να ανιχνευθούν με συμβατικό κλινικοεργαστηριακό έλεγχο βλάβες των οργάνων του σώματος. Είναι η φάση που κινητοποιείται κα’ ανάγκην ο πάσχων για να υποβληθεί σ’ ένα σωρό εξετάσεις ή αναλύσεις, χωρίς να βρίσκεται από την συμβατική ιατρικά κάποια ένδειξη νόσου και να αποδίδονται όλα σε «νευροφυτική διαταραχή», σε «νεύρα» ή σε «φαντασίες» και χρησιμοποιούνται διάφορες αόριστες διατυπώσεις με παράλληλο καθησυχασμό του ασθενούς ότι δεν έχει κανένα οργανικό πρόβλημα. Όμως αυτή η φάση, όπου η νόσος κινείται σε ενεργειακό επίπεδο και είναι υπαρκτή, όπως μαρτυρούν τα υποκειμενικά βιώματα του ασθενούς, είναι η πλέον κατάλληλη για αποκατάσταση της υγείας και απομάκρυνση των βλαβερών συνεπειών τους στρες, διαδικασία που συχνά συντελείται αποτελεσματικά με τα μέσα της βιολογικής ιατρικής. Αν όμως, όπως γίνεται συνήθως, αφεθεί ο ασθενής αβοήθητος σε αυτή τη φάση ή απλά του δίνονται μακροχρόνια κάποια ανακουφιστικά (όπως ηρεμιστικά, αναλγητικά, αντιϋπερτασιακά κ.τλ.), τότε η νόσος ακολουθεί την αδυσώπητη πορεία της. Μετακινείται από πιο επιφανειακά σε πιο ουσιώδη όργανα (π.χ). από το μυοσκελετικό σύστημα στο καρδιαγγειακό ή από το δέρμα στο αναπνευστικό σύστημα) ή και εκφράζεται πλέον με μετρήσιμες από τα συμβατικά μέσα βιοχημικές, ορμονικές και νευροφυσιολογικές διαταραχές αρχικά, που είναι συχνά πάλι θεραπεύσιμες με την βιολογική ιατρική. Αν όμως, και σ’ αυτό το στάδιο ο ασθενής μείνει ολιστικά αβοήθητος, αναπτύσσονται βλάβες οργάνων κατ’ αλλοίωση των ιστών. Σε αυτή την τελική φάση αναπτύσσονται οι γνωστές παθολογοανατομικές βλάβες, όπως του χρόνιου πεπτικού έλκους, της ελκώδους κολίτιδας, της οζώδους βρογχοκήλης, της αρτηριοσκλήρυνσης και ιδιαίτερα των νεοπλασμάτων (όγκων), καλοηθών ή κακοηθών (καρκίνου). Σε αυτή τη φάση οι βλάβες ανιχνεύονται εύκολα από τα μέσα της συμβατικής ιατρικής, δίνονται σαφείς διαγνώσεις, αλλά έχει χαθεί εν τω μεταξύ πολύτιμος χρόνος για να μπλοκαρισθεί η εξέλιξη σε πλέον πρώιμα στάδια. Εδώ και πάλι η βιολογική ιατρική, κυρίως μέσω της αποτοξινωτικής ομοιοπαθητικής, μπορεί να προσφέρει πολλά, αλλά οπωσδήποτε όσο είναι μεγαλύτερη η έκταση και η χρονιότητα των βλαβών, τόσο περισσότερο επιβάλλεται σε οποιαδήποτε ιατρικής προσέγγιση να είναι πιο δυναμική και επίμονη. Ιδιαίτερα στη φάση των προχωρημένων βλαβών στον οργανισμό, η θεραπευτική ενισχύεται με ειδικά σύμπλοκα ομοιοπαθητικά σκευάσματα, που μπορούν να δράσουν πάνω σε συγκεκριμένους παθοφυσιολογικούς μηχανισμούς, όπως στη δράση ενζύμων, ορμονών, στη ρύθμιση της μεσοκυττάριας ουσίας, στις ανοσολογικές διεργασίες, στους νευροφυσιολογικούς μηχανισμούς. Τυπικά συμπτώματα ενός υπερβολικά στρεσαρισμένου ατόμου μπορεί να είναι: κεφαλαλγίες, ίλιγγοι, αυχενικό σύνδρομο, οσφυαλγία, ναυτία, αίσθηση έντασης και συσκαμψίας, θολούρα, δυσπεψία, εναλλαγή διάρροιας/δυσκοιλιότητας, δερματικά εξανθήματα όπως το έκζεμα, τριχόπτωση, προβλήματα εμμηνορυσιακά, αιμορροεί δες, επίσταξη, κυστίτιδα, ουλίτιδα, εφιδρώσεις εύκολες, αναστάτωση στο στομάχι, κράμπες, αίσθηση παλμών, δύσπνοια, ευερεθιστότητα, απώλεια μνήμης, δύσκολη συγκέντρωση, επίμονες σκέψεις, αίσθηση κατάπτωσης, τρεμούλες, μουδιάσματα, υπνηλία, αϋπνία, εύκολα κρυολογήματα, αλλεργίες κ.α. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον τρόπο ζωής του ασθενούς, που κατευθύνεται:1) σε μία συχνή και νοήμονα επαφή με τη φύση, δηλαδή τακτικές επισκέψεις και διαμονή σε φυσικό περιβάλλον, με συγκέντρωση σε κάθε ερέθισμα των αισθήσεων μέσα σε αυτό, 2) σε μία διέξοδο σε ευχάριστες και δημιουργικές ενασχολήσεις, περισσότερο μέσα από μία ομάδα, οι οποίες βέβαια να εναρμονίζονται με την ιδιοσυγκρασία του ατόμου, 3) στο «κλέψιμο χρόνου» μέσα στο καθημερινό κυνήγι των ποικίλων υποχρεώσεων. 15 – 20’ λεπτά απλής γυμναστικής, διαλογισμού, χειρωνακτικής εργασίας, κηπουρικής, κ.λ.π. είναι εφικτά, όσο μεγάλες και αν είναι οι υποχρεώσεις, αλλά και θαυματουργά, 4) εκμάθηση σωστού τρόπου αναπνοής με κατεύθυνση προς την βαθιά, ήρεμη, κοιλιακή αναπνοή, 5) φυσική διατροφή, μικρές σύντομες νηστείες και κατανάλωση γνήσιων βιολογικών προϊόντων. Δεν πρέπει να λησμονούμε εξάλλου ότι ο σημερινός μέσος όρος ζωής πλησιάζει τα 80 έτη, ενώ η προοπτική των σημερινών 40άρηδων και 50άρηδων σίγουρα υπερβαίνει, σύμφωνα με έγκυρα στοιχεία, τα 10 χρόνια, με την προϋπόθεση ότι γίνεται σωστή συντήρηση της ανθρώπινης μηχανής και έγκαιρη αντιμετώπιση των συνεπειών τους στρες, σύμφωνα με τους νόμους της φύσης και όχι μιας μονόπλευρης τεχνολογίας. Σχετικά ανάλογη προοπτική υπάρχει και για τις μεγαλύτερες γενιές κάτω βέβαια από συνθήκες ενός πιο συστηματικού υγιεινού τρόπου ζωής και μιας έγκαιρης ρύθμισης μέσα από σωστή θεραπευτική. Τάσος Βαρθολομαίος (ιατρός, ομοιοπαθητικός)

Ομοιοπαθητική

Η ομοιοπαθητική είναι μία νέα ιατρική μέθοδος για την αντιμετώπιση των ασθενειών, που δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη θεραπευτική. Ο Ιπποκράτης ήταν ο πρώτος που διατύπωσε τις βασικές αρχές της, αλλά ο Γερμανός Σαμουήλ Χάνεμαν ήταν αυτός που την ανήγαγε σε επιστήμη. Η ομοιοπαθητική απευθύνεται σε κάθε πάσχοντα οργανισμό, ανεξάρτητα από την πάθηση, αλλά ο τομέας όπου η προσφορά της είναι μοναδική, είναι οι χρόνιες παθήσεις που είναι δύσκολο να θεραπευτούν με την κλασική ιατρική. Η ομοιοπαθητική αντιμετωπίζει τον άρρωστο ως έναν οργανισμό που έχει διαταραχτεί στο σύνολό του, και όχι μόνο σ’ ένα ή δύο συγκεκριμένα όργανα. Συνεργάζεται αρμονικά με όλες τις ιατρικές ειδικότητες. Χρησιμοποιεί φυσικές θεραπευτικές ουσίες που βοηθούν τις αμυντικές διεργασίες του οργανισμού. Τα ομοιοπαθητικά φάρμακα είναι ακίνδυνα, δεν προκαλούν παρενέργειες και γι’ αυτό δίνονται άφοβα σε βρέφη και παιδιά. Σε όλη την ιστορία της ομοιοπαθητικής 200 χρόνια περίπου), κανένα φάρμακό της δεν έχει αποσυρθεί λόγω παρενεργειών.
Οι αρχές της ομοιοπαθητικής
Οι βασικοί νόμοι της ομοιοπαθητικής είναι: ο νόμος των ομοίων, ο νόμος της κατεύθυνσης της θεραπείας, ο νόμος του ενός φαρμάκου, ο νόμος της ελαχίστης δόσεως.
Ο νόμος των ομοίων Οι σκέψεις που οδήγησαν τον Χάνεμαν στη διατύπωση αυτού του νόμου ήταν οι εξής: 1) Κάθε σύμπτωμα ή σύνολο συμπτωμάτων δεν αντιπροσωπεύει αυτή καθεαυτή την ασθένεια, αλλά είναι η αντίδραση του αμυντικού μηχανισμού που κινητοποιείται για να εξουδετερώσει μία νοσογόνο επίδραση. Ο νοσογόνος αυτός παράγοντας μπορεί να είναι ειδικός, όπως βακτήρια, μικρόβια, ιοί, ή μη ειδικός, όπως οι κλιματολογικές αλλαγές, η ρύπανση του περιβάλλοντος, διανοητικά ή ψυχικά στρες κ.λπ. 2) Τα συμπτώματα είναι η καλύτερη δυνατή αντίδραση του οργανισμού και αυτά τα συμπτώματα είναι το μέσο, με το οποίο ο οργανισμός προσπαθεί να ξαναβρεί την χαμένη του ισορροπία. 3) Ο γιατρός, προκειμένου να βοηθήσει τον οργανισμό να επανέλθει σε ισορροπία, πρέπει μάλλον να βοηθήσει και να ενδυναμώσει αυτές τις αντιδράσεις, παρά να τις καταπιέσει. Έτσι, ο Χάνεμαν οδηγήθηκε στο συμπέρασμα, ότι αν έδινε σ’ ένα ασθενή ένα φάρμακο του οποίου ήξερε τη δράση πάνω στον υγιή οργανισμό, καθώς και ποια συμπτώματα προκαλεί, θα μπορούσε να δυναμώσει τις αντιδραστικές δυνάμεις του ίδιου οργανισμού. Παρατήρησε τότε, ότι ύστερα από μια αρχική επιδείνωση των συμπτωμάτων, οι ασθενείς κατά μεγάλο μέρος θεραπεύονταν. Για να αποφύγει και αυτή την αρχική επιδείνωση, ο Χάνεμαν μείωσε διαδοχικά τις δόσεις, ωσότου παρατήρησε ότι η δόση ήταν αρκετή για να θεραπεύει, χωρίς να προκαλεί την αρχική ενοχλητική αντίδραση. Αυτές οι απειροελάχιστες δόσεις, στις οποίες κατέληξε ο Χάνεμαν ότι ήταν αρκετές για να κινητοποιήσουν τον αντιδραστικό μηχανισμό, υπήρξαν το αντικείμενο σχολίων και αντιθέσεων στην εποχή του. Σήμερα η ανοσοβιολογία έχει δώσει αυτές τις εξηγήσεις. Τα αλλεργικά άτομα δεν χρειάζονται παρά απειροελάχιστες ποσότητες της ουσίας στην οποία είναι ευαίσθητα, για να αντιδράσει ο οργανισμός τους και να προκληθεί μία έντονη συμπτωματολογία. Αλλά τα ομοιοπαθητικό φάρμακο εκλέγεται με την προϋπόθεση ότι έχει σχέση ευαισθησίας με τον ασθενή. Εδώ υπάρχει και η μεγάλη δυσκολία της ομοιοπαθητικής, γιατί ο ιατρός πρέπει να βρει ακριβώς το φάρμακο στο οποίο είναι πάρα πολύ ευαίσθητος ο οργανισμός. Με άλλα λόγια, ουσίες που σ’ ένα υγιές άτομο προκαλούν ένα σύνολο συμπτωμάτων είναι δυνατόν να θεραπεύσουν σ’ έναν άρρωστο ένα παρόμοιο σύνολο συμπτωμάτων.
Εξατομίκευση Εκτός από τους νόμους της, η ομοιοπαθητική αντιμετωπίζει το πρόβλημα της ασθένειας και με ένα άλλο μοναδικό τρόπο: την εξατομίκευση του κάθε ασθενή. Για την ομοιοπαθητική, ο ψυχισμός παίζει μεγάλο ρόλο στην δημιουργία μιας πάθησης και έτσι δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς, που ο καθένας αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση. Έτσι, παρόλο που η ασθένεια μπορεί να είναι η ίδια, το ενδεικνυόμενο ομοιοπαθητικό φάρμακο μπορεί να είναι διαφορετικό για κάθε περίπτωση. Ο ιατρός λαμβάνει υπ’ όψη του το σύνολο των συμπτωμάτων που παρουσιάζει ο ασθενής στο διανοητικό, στο συναισθηματικό και στο σωματικό επίπεδο, για να καταλάβει το μοναδικό και ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο αμυντικός μηχανισμός του ασθενή. Κατόπιν ψάχνει να βρει το καταλληλότερο φάρμακο, ώστε να διεγείρει περισσότερο αυτές τις αντιδράσεις. Στην ομοιοπαθητική, το ενδιαφέρον δεν είναι στραμμένο μόνο στην ανακούφιση των παρόντων συμπτωμάτων του ασθενή, αλλά και στη μόνιμη αποκατάσταση της υγείας του. Τα καλύτερα αποτελέσματα που έχει δώσει ως τώρα είναι στις χρόνιες ασθένειες και, κυρίως, πριν λάβουν χώρα μη αναστρέψιμες παθολογοανατομικές αλλοιώσεις. Η ομοιοπαθητική έχει τεράστια αξία σε χρόνιες ασθένειες, όπως η αρθρίτιδα, το βρογχικό άσθμα, η επιληψία, οι δερματικές παθήσεις, οι αλλεργικές καταστάσεις, οι διανοητικές ή συναισθηματικές διαταραχές, χρόνιες κεφαλαλγίες, το άγχος κ.λπ. Το τελικό όφελος της ομοιοπαθητικής στον ασθενή είναι, ότι όχι μόνο ανακουφίζει τα παρόντα συμπτώματα, αλλά αποκαθιστά εσωτερική τάξη στα πιο βαθιά επίπεδα, και συνεπώς επιφέρει μια μόνιμη θεραπεία. Η ομοιοπαθητική μπορεί να δράσει, επίσης, ως προληπτική πραγματικά ιατρική, σε προδρομικά στάδια ασθενειών, πριν αυτές εκδηλωθούν με λειτουργικές διαταραχές. Αρίσταρχος Τσαμασλίδης (ιατρός, επίτιμος πρόεδρος της Μακεδονικής Εταιρείας Ομοιοθεραπευτικής).

Ομοιοπαθητική οδοντιατρική
Η ομοιοπαθητική είναι μια φυσική μέθοδος θεραπείας, που στοχεύει στην ενδυνάμωση του οργανισμού, κινητοποιώντας τις αμυντικές του δυνάμεις και αποκαθιστώντας τη διαταραγμένη του υγεία. Η κατάσταση των δοντιών και του στόματος έχει πολύ μεγάλη σημασία για την ισορροπία κάθε οργανισμού. Αξίζει να αναφερθεί ότι το στόμα αποτελεί την αρχή δύο σημαντικών συστημάτων: του πεπτικού και του αναπνευστικού. Δυστυχώς, όμως, το στόμα και τα δόντια συχνά δεν αντιμετωπίζονται με τόση σοβαρότητα που αξίζουν και δεν φροντίζονται ανάλογα. Διαταραχή της ισορροπίας στο στοματοδοντικό σύστημα μπορεί να συμπαρασύρει τον οργανισμό σε γενικευμένες διαταραχές, αλλά και αντίστροφα, σε μία διαταραχή του οργανισμού, μπορεί να εκδηλωθούν συμπτώματα και από το στόμα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο συνδυασμός ομοιοπαθητκής αγωγής και οδοντιατρικής φροντίδας μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά. Για παράδειγμα, παθήσεις του βλεννογόνου του στόματος, όπως οι άφθες, η χρονια ουλίτιδα, ο έρπης, οι στοματίτιδες, διάφορες νόσοι των σιελογόνων, λοιμώξεις κ.τ.λ., που συμβαίνει συχνά να ταλαιπωρούν τους ασθενείς, βρίσκουν λύση με ομοιοπαθητική θεραπεία και σωστή οδοντιατρική αντιμετώπιση. Πολλές φορές, επίσης, η άσχημη κατάσταση των δοντιών, όπως τερηδονισμένα ή νεκρωμένα δόντια, δόντια με αποτριβή, κακότεχνα σφραγίσματα ή προσθετικές εργασίες, μπορεί να ερεθίζουν τον βλεννογόνο, με αποτέλεσμα την εκδήλωση παροδοντοπάθειας, ουλίτιδας, φλεγμονωδών ή προκαρκινικών καταστάσεων. Εκτός από τα παραπάνω, είναι συχνές και οι λειτουργικές διαταραχές, όπως για παράδειγμα, στην ομιλία, στη μάσηση, στη διατροφή – αλλά τα προβλήματα μπορεί να είναι και αισθητικά, με σοβαρότερες συνέπειες στον ψυχισμό του ασθενή. Σωστή αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων, ταυτόχρονα με την ομοιοπαθητκή αγωγή, εξασφαλίζουν καλύτερη υγεία στο σύνολο του οργανισμού. Η διαφορά της ομοιοπαθητικής οδοντιατρικής από την κλασική, βασίζεται κυρίως στην αντιμετώπιση του ασθενή, ως οργανισμού που πάσχει στο σύνολό του και όχι μόνο στο στόμα. Εξάλλου, ο ομοιοπαθητικός οδοντίατρος γνωρίζει την ομοιοπαθητική φαρμακολογία και ξέρει το στάδιο και την πορεία της θεραπείας του ασθενή του. Στο τεχνικό μέρος της οδοντιατρικής εργασίας (εμφράξεις, προσθετική, ορθοδοντική) δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές, εκτός από την προσπάθεια αποφυγής ορισμένων υλικών, όπως π.χ. τα αμάλγαμα (μαύρα σφραγίσματα) γιατί περιέχουν υδράργυρο και βαρέα μέταλλα, που επιδρούν αρνητικά στην ομοιοπαθητική θεραπεία αλλά και σ’ όλο τον οργανισμό. Στο τεχνικό μέρος επίσης ανήκουν η αποφυγή χρήσης ευγενόλης, κοινού αναισθητικού, διαλυμάτων μέντας και άλλων υλικών, που καταστρέφουν την ομοιοπαθητική θεραπεία. Στο θεραπευτικό μέρος υπάρχουν σημαντικές διαφορές, γιατί η ομοιοπαθητική οδοντιατρική αντιμετωπίζει τα συμπτώματα του ασθενή σαν διαταραχές του συνόλου του οργανισμού και τον τρόπο που τα εκδηλώνει μοναδικό, και δεν πρέπει να καταπιεστούν με την αγωγή, της κλασικής οδοντιατρικής (αντιβίωση, αντιφλεγμονώδη, αποιδηματικά, επιθετικές επεμβάσεις κτλ), αλλά να αντιμετωπιστούν με εξατομίκευση του ασθενή, και με τη χρήση του κατάλληλου για κάθε περίπτωση ομοιοπαθητικού φαρμάκου. Θεοδώρα Κ. Ζήση (χειρουργός οδοντίατρος)

Προηγούμενη σελίδα | Κεντρική σελίδα | Κατάλογος